Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

Περίπατος στο δρόμο με τις λεύκες

 
(αντικρύζοντας τον καλπάζοντα Εφιάλτη...)

Ξεκινώ τον περίπατό μου στο δρόμο με τις λεύκες.
Οι λεύκες, σχήμα οξύμωρο, είναι μαύρες. Κατάμαυρες.
Κι όταν ο αέρας τινάζει τα κλαδιά τους, στην άσφαλτο χύνεται αίμα.

Στον περίπατό μου στον ηλιόλουστο ακόμη δρόμο με τις λεύκες, όλα κυλούν ήρεμα.
Ήρεμα και γελαστά, όπως ξεκινούν όλα τα θρίλερ.
Οι μικροεντάσεις της καθημερινότητας δεν αρκούν για να διαταράξουν την αίσθηση σιγουριάς και ασφάλειας.
Ξάφνου συναντώ ένα λάβαρο με έναν ζωγραφισμένο ήλιο. Κι όμως, δεν είναι ο πράσινος! Αυτός ήδη έχει αρχίσει να χάνει τη λάμψη του, αν και είναι ακόμη κραταιός.
Της Βεργίνας θα είναι! Ναι, ναι!
Το λάβαρο το βαστά κοσμοκαλόγερος που κραδαίνει την πίστη του και καταριέται τους βόρειους γείτονες. Έχουμε δίκιο για το όνομα, μα αυτή η σύναξη του κόσμου μυρίζει μίσος επικίνδυνο και αίμα που δεν είναι έτοιμο να χυθεί ακόμη.
Είναι το πρώτο σημάδι στο δρόμο που μοιάζει ανησυχητικό.
Δεν ξέρω γιατί. Δεν υπάρχει κάτι εμφανώς επιλήψιμο.
Μα το αίμα πρωτομύρισε κι αυτό δεν είναι καλό σημάδι.


Ο περίπατος είναι ακόμη ευχάριστος γιατί όλα γύρω είναι ακόμη άνετα. Σταματώ σ'ένα περίπτερο και βλέπω κάτι περιοδικά με περίεργα σκίτσα, σκοτεινές φιγούρες και τίτλους που μυρίζουν συνωμοσιολογική μούχλα και μισαλλόδοξη μανία. Ένα λέει για κάποια "Ομάδα Ε", ένα άλλο για κάποιες υποτιθέμενες δηλώσεις κάποιου Κίσινγκερ για την Ελλαδάρα, ένα άλλο έχει στο εξώφυλλο φιγούρες αμφιλεγόμενων μοναχών οι οποίοι προβλέπουν πολέμους με την Τουρκία, με τους οποίους θα πάρουμε την Πόλη οσονούπω...  Άλλα πάλι πρωτοσέλιδα γαβγίζουν για το ιερόσυλο "Μν", άλλα για τους Εβραίους που 'ναι πίσω απ' όλα, άλλα για τη γιατρειά του καρκίνου που βρήκε ένας γέροντας στη Μονή Καπέλο και πάει λέγοντας...
Ρωτάω τον περιπτερά γιατί τα 'χει όλα αυτά τα περιοδικά. Και μου απαντά: "γιατί πουλάνε"!
Δεν είχα γνωρίσει ποτέ άνθρωπο που να παίρνει τέτοια περιοδικά.
Έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Οι αγοραστές τους δεν το... φωνάζανε κιόλας!
Αλλά μετά, όταν ρώτησα γνωστούς, διαπίστωσα πως αρκετοί εξ αυτών τα είχαν στη βιβλιοθήκη τους. Πίσω απ' τον Ντοστογέφσκι. Για να μην πολυφαίνονται. Δεν ήταν ακόμη της μόδας τότε...



Ο περίπατός μου συνεχίζεται και είναι ακόμη άνετος, παρά τα ανήσυχα σημάδια.
Ωχ! Δε χωράω να περάσω απ' τον κόσμο! Τι γίνεται εδώ;
Τι δουλειά έχει το λάβαρο της Αγίας Λαύρας; Τι δουλειά έχουν μες στο κατακαλόκαιρο χιλιάδες ελληνικές σημαίες που ανεμίζουν, αναμεμειγμένες με βυζαντινές;
Κοιτώ γύρω να δω τι συμβαίνει και κάπου στο βάθος, πολύ μακριά, βλέπω έναν τροφαντό ιεράρχη να κηρύσσει τον πόλεμο στη λογική και να παθιάζει το πρόθυμο ποίμνιο.
Τόσος κόσμος για να ακούσει ένα κήρυγμα ιερέα δε μαζεύτηκε ποτέ.
Ή μάλλον, μαζεύτηκε. Σ' άλλη χώρα. Στο Ιράν για τον Χομεϊνί.
"Για κει τραβάμε, για το Ιράν", σκέφτηκα.
Οι πολέμιοι των ισλαμιστών είναι τόσο μα τόσο ίδιοι με αυτούς που τάχα πολεμούν...
Ρωτώ φίλους, γνωστούς και συγγενείς και μου δηλώνουν ευθαρσώς ότι υπέγραψαν στο προσκλητήριο παραλογισμού του ιεράρχη.
(όταν τα χρόνια πέρασαν, εκείνος καταβεβλημένος πια από την καταραμένη αρρώστια αναρωτήθηκε χριστιανικά "γιατί σε μένα Κύριε;", εννοώντας προφανώς τη συνέχεια "...και όχι σε κάποιον άλλον;")
Καταφέρνω να περάσω μέσα απ' τον κόσμο και φεύγω μακριά τινάζοντας τη μούχλα από τα ρούχα μου.


Ο δρόμος μου συνεχίζεται, μα σιγά-σιγά φαίνεται να πέφτει το σκοτάδι.
Σ' ένα μπαλκόνι στο πλάι του δρόμου, μαζεμένος κόσμος κάθεται σ' έναν καναπέ και κοιτά αποσβολωμένος την τηλεόραση.
Πλησιάζω και βλέπω πως παρακολουθούν ποδοσφαιρικό αγώνα.
Η εθνική ομάδα βάζει το κρίσιμο γκολ και κατακτά το ανέλπιστο ευρωπαϊκό κύπελλο, πραγματοποιώντας την αθλητική έκπληξη του αιώνα!
Ο θρίαμβος του ατρόμητου μικρού επί των αλαζονικών μεγαθηρίων! Τι ανέλπιστη χαρά!
Εκστασιασμένοι από την απρόσμενη επιτυχία πανηγυρίζουμε μαζί με τα υπόλοιπα μπαλκόνια που είχαν κατακλυστεί από φίλαθλο κοινό.
Η χαρά μου δεν έμελλε να διατηρηθεί για πολύ. Ανάμεσά μας χώθηκαν βρώμικοι τύποι, παραβατικοί, μα που δε φαινόντουσαν τέτοιοι, γιατί φορούσαν γαλανόλευκες φανέλες.
Και μαχαίρωσαν δυο μετανάστες γείτονες που έβλεπαν κι αυτοί τον αγώνα και χάρηκαν με την επιτυχία της χώρας που τους φιλοξενεί. Τους μαχαίρωσαν. Έτσι, χωρίς λόγο.
Δεν είχα θέση πια στους πανηγυρισμούς για τη νίκη της εθνικής μας ομάδας.
Δεν μπορεί να είμαι πλάι σ' αυτούς.



Και συνεχίζω το δρόμο μου, ενώ το σκοτάδι πυκνώνει.
Μα το χειρότερο είναι πως στενεύει πια κι ο δρόμος.
Αυτός ο μέχρι πρότινος φαρδύς, διπλός, ασφαλής και φωτισμένος δρόμος, γίνεται τώρα στενός, μονόδρομος και σκοτεινός.
Στο μεταξύ τα μπαλκόνια αυτού του δρόμου είναι σχεδόν πάνω απ' το κεφάλι μου και παίζουν παντού δυνατά οι τηλεοράσεις.
Ακούγονται ουρλιαχτά. Ουρλιαχτά από τηλεβιβλιοπώλες που κηρύσσουν τον πόλεμο στον Άλλο.
Όποιος κι αν είναι αυτός κάθε φορά. Άλλος είναι ο διαφορετικός απ' αυτόν. Διαφορετικός στο χρώμα, στο φύλο, στην καταγωγή, στο θρήσκευμα, στις απόψεις. Άλλος είναι όποιος δε γουστάρουμε κάθε φορά.
Ανάμεσα σ' αυτά τα ουρλιαχτά, ακούγονται και τρεμάμενες φωνές "αγανακτισμένων" πολιτών που ξεκινούν να μιλήσουν για τη ζωή τους που κινδυνεύει από τους μετανάστες και καταλήγουν να ζητούν να τους πετάξουμε στη θάλασσα. Τόσος σεβασμός στη ζωή και στην αίσθηση της ασφάλειας δηλαδή... Ανάμεσα στους αγανακτισμένους πολίτες που φωνάζουν, φαίνονται κυράτσες με μαλλί-κολοκύθα, βγαλμένο απ' τη δεκαετία του '60 και διάφοροι τύποι με φωνή Νονού και φάτσα παλαίμαχου τραμπούκου μπράβου. Ζητούν να πάρουν το νόμο στα χέρια τους. Καταριούνται όποιον τολμά να μιλήσει για ανθρώπινα δικαιώματα, να αναζητήσει τις αιτίες του προβλήματος και να βρει χρήσιμες λύσεις.
Τον καταριούνται. Και τον στήνουν στον τοίχο. Μεταφορικά. Και οσονούπω κυριολεκτικά...
Ο κόσμος ακούγεται να μονολογεί φωνάζοντας "καλά τους τα λέει! πετάξτε τους στη θάλασσα! που 'σαι Παπαδόπουλε!", "τότε κοιμόμασταν με τα παράθυρα ανοιχτά!" και άλλα τέτοια...


Συνεχίζω τον περίπατο, μα είμαι πια φουρτουνιασμένος.
Το πρόσωπό μου έχει σκοτεινιάσει. Κι ο δρόμος έξω.
Τώρα πια έχει σκοτεινιάσει για τα καλά.
Ο ήλιος δύει και κανείς δεν μπορεί να τον κρατήσει πια πάνω απ' τα βουνά.
Είναι μάλλον η ώρα του...

Περπατώντας νιώθω κάτι να πιέζει τα πλευρά μου.
Είναι οι τοίχοι εκατέρωθεν του δρόμου
Καθώς περπατούσα αμήχανος και σκεπτικός, προσπαθώντας να καταλάβω τι συμβαίνει γύρω μου, δεν κατάλαβα πως ο δρόμος έγινε πιο στενός κι από το στέρνο μου και δε με χωράει πια.
Με πιέζει από παντού και σφίγγει την καρδιά και τα πνευμόνια μου.
Δεν μπορώ πια καλά-καλά ούτε να αναπνεύσω!
Ο άλλοτε φαρδύς δρόμος, έγινε πρώτα στενός μονόδρομος και τώρα τελικά ασφυκτικό αδιέξοδο μονοπάτι.
Απ' τα μπαλκόνια κρέμονται σημαίες με έναν παραλλαγμένο μαίανδρο, τόσο που να θυμίζει σβάστικα. Μπροστά μου αδιέξοδο. Στον τοίχο είναι στημένοι κάτι πιθηκόμορφοι με στρατιωτικό παντελόνι και μαύρο μπλουζάκι και με περιμένουν με λοστάρια και τσεκούρια στα χέρια κι άλλοι με αποκριάτικες ασπίδες. Όλοι έχουν ένα βλέμμα γεμάτο μίσος και μισανθρωπία.  Στα (φουσκωμένα απ' τα αναβολικά) μπράτσα τους έχουν ζωγραφισμένη την κανονική σβάστικα. Και τσιτάτα του Φύρρερ.
Κάτι κυράτσες απ' τα μπαλκόνια φωνάζουν "μπράβο παιδιά, από τότε που 'ρθατε δεν περνούν πια μετανάστες απ' το δρόμο μας! Τώρα μπορούμε πια να κυκλοφορήσουμε!"
Φυσιολογικό είναι αυτό. Αφού στένεψε τόσο ο δρόμος, πώς να περάσουν οι μετανάστες;
Μόνο που στένεψε τόσο, ώστε δεν μπορούν να περάσουν ούτε οι ίδιες οι κυράτσες.
Κάτι αγάμητοι παραδίπλα γράφουν μισάνθρωπα συνθήματα σε τοίχους.
Νιώθω να πνίγομαι.
Μα δεν μπορώ να ξεφύγω. Δεν μπορώ να κάνω ούτε πίσω ούτε μπροστά.
Νιώθω σφηνωμένος σ' αυτόν τον Εφιάλτη.



Μου θυμίζει ένα κακό όνειρο που 'χα δει μικρός, όπου ήμουν σ' ένα δωμάτιο απ' το οποίο δεν μπορούσα να ξεφύγω. Κι όσο κι αν προσπαθούσα να τρέξω, τόσο χτυπούσα στους τοίχους και έπεφτα κάτω. Και ξανασηκωνόμουν και ξαναπροσπαθούσα. Και πάλι τα ίδια. Και ξανά και ξανά.
Ευτυχώς ξύπνησα κάποια στιγμή. Τρομαγμένος τινάχτηκα απ' το κρεβάτι και επανήλθα στη φυσιολογική πραγματικότητα. Όλα ήταν εντάξει. Μόνο ένα κακό όνειρο ήταν.  Δεν τον ξέχασα ποτέ όμως αυτόν τον εφιάλτη, κι ας έχουν περάσει πια δεκαετίες.

Ελπίζω να ξυπνήσω και τώρα απ' αυτόν τον Εφιάλτη.
Ελπίζω να ανοίξω τα μάτια μου και να έχουν εξαφανιστεί από προσώπου γης αυτά τα ανθρωπόμορφα τέρατα.
Ελπίζω όταν ξυπνήσω να μην είναι πια αργά για να ξεχάσω αυτό το έκτρωμα.
Ελπίζω να ξαναδιαβώ το δρόμο με τις λεύκες περπατώντας πάνω στο λευκό χνούδι και όχι στο αίμα που στάζουν αυτές εδώ οι λεύκες.
Αναρωτιέμαι μόνο μήπως μάταια ελπίζω πια.
Αναρωτιέμαι μήπως είναι πια αναπόφευκτο να τον ζήσω αυτόν τον Εφιάλτη...

9 σχόλια:

  1. να ξυπνησεις απο αυτον τον Εφιαλτη! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σήμερα είσαι ακόμα πιο σκοτεινός...κι εμένα το μυαλό μου άδειασε από λέξεις...με σφιγμένη από τον εφιάλτη που ζούμε καρδιά σου αφιερώνω αυτό:

    http://www.youtube.com/watch?v=UA_poVlp_dY

    Σοφία

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ελπίζω να μην είναι αναπόφευκτος, Μαζεστίξ.

    Μίλησα με διάφορους ανθρώπους αυτό το καλοκαίρι. Από μουδιασμένους Πασόκους μέχρι Κουκουέδες. Λίγοι συμμερίστηκαν την ανησυχία μου για το ναζισμό. Ίσως επειδή τα καθημερινά προβλήματα είναι τόσα, ώστε δεν αντέχουν ένα παραπάνω. Οι πιο χαλαροί ήταν κουκουέδες. Ένας, μάλιστα, έφτασε να μου πει "τι ανησυχείς; μετανάστες κυνηγούν". Σαν να μιλούσε για κατσαρίδες. Οι γυναίκες ήταν πιο προβληματισμένες. Πατάνε πιο γερά στη γη αυτές.

    Καλό σου μήνα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Κική, έχω βάλει ξυπνητήρι, αλλά δυστυχώς δε φτάνει.
    Η καθημερινή επαφήμε ανθρώπους με βυθίζει όλο και περισσότερο στα τάρταρα αυτού του εφιάλτη..


    Σοφία, είναι πολύ το σκοτάδι και νιώθω σαν τον ήρωα του Wall που τραγουδώντας το hey you χτυπά τον τοίχο. Ίσως για να τον ακούσει κάποιος, ίσως για να τον γκρεμίσει.
    "Don't tell me there's no hope at all
    together we stand, divided we fall"!


    Λωτοφάγε, έχεις δίκιο πως τους συνηθίσαμε τόσο, ώστε έγινε αυτό που φοβόταν ο Χατζηδάκις. Συμφιλιωθήκαμε με το Τέρας.
    Δυστυχώς κάθε φορά που ο φασισμός ήταν προ των πυλών, "εμείς φωνάζουμε ζήτω και γεια" που λέει και το τραγούδι.
    Λίγοι φωνάζουν και επισημαίνουν τον κίνδυνο, ενώ οι πολλοί τον υποτιμούν.
    Ώσπου φτάνει η ώρα που και οι ανυποψίαστοι, βλέπουν τα τανκς στους δρόμους και ξαφνιάζονται!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Καλημέρα Μαζεστίξ.
    Αναρτήθηκε στην "Ιδεοπηγή".

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Αχ! Μαζεστιξ!Ο εφιαλτης που περιγραφεις ειναι συνεχεια μπροστα μου,στοιχειωνει τις νυχτες και τις μερες μας!Το αυριο προοιωνιζεται καταμαυρο!Αλλωστε οι βρυκολακες με τα μαυρα απειλουν με τα λογια του δασκαλου τους Γκαιμπελς"θα γυρισουμε και η γη θα τρεμει!"Εμεις τι κανουμε;ΒΑΣΩ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Εμείς δεν ξέρω πόσο πολλά μπορούμε να κάνουμε πια.
    Το δηλητήριο είναι πολύ ισχυρό για να αντιμετωπιστεί.
    Το μόνο που κανω είναι να συζητώ μ'αυτούς τους ανθρώπους (τους παρασυρμένυος απολιτίκ και όχι τους τελειωμένους ναζί, φυσικά) και να προσπαθώ να τους δείξω πόσο βαθιά συστημικό είναι αυτό που πάνε να υποστηρίξουν, πόσο εθελόδουλο, πόσο υποτακτικό, πόσο υποκινούμενο και πόσο αντεθνικό.
    Προσπαθώ δηλαδή να χτυπήσω στα αδύνατά τους σημεία.
    Διότι δυστυχώς στο μεταναστευτικό δεν έχει νόημα να αντιδικήσεις, για΄τι το μόνο που θα καταφέρεις είναι να εισπράξεις άρνηση.
    Πάω με τα νερά τους για να τους αποδείξω ότι αυτό που θέλουν δε θα το βρουν εκεί που ψάχνουν.
    Και φυσικά προσπαθώ να τους εξηγήσω τι σημαίνει δικτατορία και πόσο χειρότερη είναι ακόμα κι απ'αυτήν την κουρελιασμένη δημοκρατία.
    Αλλά δεν εχω πολλά παραπάνω να κάνω, πέρα από κουβέντα. Και με το μαλακό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Κι αν δεν ελπίζεις ; Πως μπορείς να συνεχίσεις;
    Αναρωτιέμαι δηλαδή...χωρίς ελπίδα γίνεται;
    Το έχεις σκεφτεί;

    Καλό ξημέρωμα! Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Δεν ξέρω αν η ελπίδα μπορεί να υπάρχει πάντα και παντού.
    Πεθαίνει τελευταία βέβαια.
    Αλλά πριν απ'αυτήν ίσως να χουμε πεθάνει εμείς ελπίζοντας.
    Αν έχουμε πράγματι χάσει, τότε δεν ξέρω αν ωφελεί πια να προσπαθούμε να δίνουμε ελπίδα στον εαυτό μας πως μπορεί να αλλάξουμε το αποτέλεσμα.
    Η αναγνώριση της ήττας μπορεί και να 'ναι απαρχή της αντεπίθεσης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή