Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Λύκε, λύκε, είσαι εδώ;




Λαχανιασμένος, έτρεχα ψάχνοντάς σε μες στο δάσος.
Να μου αναστήσεις το παλιό όνειρο του κυνηγημένου.
Τρύπωνα σε κουφάλες δέντρων, μα -του κάκου- ήταν άδειες.
Μόνο φιλότιμα μυρμήγκια τριγύριζαν εκεί, που αμίλητα κουβαλούσαν το βιος τους.
Σήκωσα τα πεσμένα κλαδιά, σ'εψαχνα, μα βρήκα μόνο βαριεστημένα σαλιγκάρια.
Το σάλιο τους μου λέρωσε τα χέρια.
Κι έψαξα κάτι πράσινο, κάτι ζωντανό, υγρό και καθαρό για να τα καθαρίσω.
Βρήκα ένα καταπράσινο φύλλο, το έκοψα και έτριψα με μανία τα χέρια μου.
Απεχθανόμουν το σάλιο των σαλιγκαριών.
Μα έπρεπε να το υποστώ κι αυτό ψάχνοντας να σε βρω.

Λύκε, λύκε, είσαι εδώ;
Κοίταζα ψηλά, μπας και σε πετύχω κρυμμένο πάνω στα δέντρα.
Μα έπεσα στην λαγοπαγίδα που 'χαν στήσει κάτι κυνηγοί.
Κοιτάζοντας στον ουρανό, έχασα τη γη κάτω απ' τα πόδια μου.
Σηκώθηκα ασθμαίνοντας, τινάχτηκα για να φύγουν τα αγκάθια από πάνω μου και συνέχισα το δρόμο μου.
"Στο εξής θα ήμουν πιο προσεκτικός", μου υποσχέθηκα.
Προχωρούσα ψάχνοντας, κοιτώντας μια ψηλά και μια χαμηλά.
Μα το εναλλάξ των ματιών μου, σαν φλας αυτοκινήτου, μαρτυρούσε μόνο απόγνωση.

Λύκε, λύκε είσαι εδώ;
Σε ψάχνω εγώ που έμαθα να ζω με σένα.
Γιατί δεν έχω μάθει δυστυχώς να μην ανήκω
μια στο βοσκό, μια στο μαντρί και μια στο λύκο.



Λύκε, λύκε, είσαι εδώ;
Τώρα που βγήκα απ' το μαντρί κι έφτυσα το βοσκό, σε ψάχνω να με ορίσεις.
Πώς να περπατήσω μόνος στο δάσος, χωρίς να τρέχω έχοντας στο σβέρκο μου τα χνώτα σου;
Πώς να βοσκήσω μόνος σ' ένα δάσος αφιλόξενο;
Σ' ένα δάσος που δε δίνει πια οξυγόνο;
Σ' ένα δάσος που τα δέντρα του τα δώσαν αντιπαροχή για ζωοτροφή;

Και, ξέρεις, στην αρχη δε μ' άρεσε η ζωοτροφή.
Έλεγα η φύση μου είναι να βοσκώ το βρεγμένο χορτάρι.
Και μαζί με όλους τους άλλους, τρέχαμε στα λιβάδια.
Μα κάποια μέρα ο βοσκός είπε πως άκουσε την οσμή του λύκου
και πως έπρεπε να φύγουμε απ' τα μέρη μας.
Εμείς δεν καταλάβαμε, μα ακολουθήσαμε.

Και πήγαμε κάπου μαζί με πολλά άλλα πλάσματα σαν κι εμάς.
Μα είχαμε μαζευτεί πολλοί σ' αυτόν τον τόπο και σε λίγο το χορτάρι δε μας έφτανε.
Κι έτσι μια μέρα, πεινασμένα όπως ήμασταν, ο βοσκός μας έφερε τη ζωοτροφή.
"Για να μην έχουμε πια ανάγκη το χορτάρι", μας είπε.
"Για να μην κρεμόμαστε απ' τα κέφια του καιρού", μας είπε.
Και, ξέρεις, κάποια φορά είχαμε πεινάσει γιατί δεν έβρεχε και δεν είχαμε χορτάρι να βοσκήσουμε.
Κι έτσι είπαμε πως είχε δίκιο.
Και φάγαμε τις ζωοτροφές και του παραγγείλαμε να φέρει κι άλλες σαν ξανάρθει.
Και από 'να σημείο και μετά, του είπαμε να μη μας ξαναπάει στα λιβάδια.
Και στη στάνη μια χαρά ήταν, αφού είχαμε να φάμε και ήμασταν και ξεκούραστοι.
Σιγά-σιγά μας άρεσε τόσο πολύ η ζωοτροφή που απορούσαμε:
καλά, πώς ζούν ακόμα οι άλλοι στα λιβάδια;

Κάποια μέρα πήγε ο βοσκός κι απ' τα μέρη τους και έφερε κι άλλα πολλά πλάσματα σαν κι εμάς.
Είχαν μάθει για τις ζωοτροφές και, κουρασμένα όπως ήταν απ' τα καπρίτσια του καιρού, δέχτηκαν κι αυτά να τα φέρουν εδώ, στη στάνη.
Ώσπου κάποια μέρα μαζευτήκαμε τόσο πολλά που δεν μας έφταναν πια ούτε οι ζωοτροφές!
Ο βοσκός τότε μας είπε να μοιραστούμε ό,τι έχουμε.
Και να αφήσουμε το μισό σακί ανέγγιχτο, για να ξαναχρησιμοποιηθεί για τις αυριανές ζωοτροφές.
"Δε θα ξεφραγκιάζομαι εγώ για να κοπροσκυλιάζετε εσείς"! μας είπε.



Μας είχε πιάσει πανικός, φοβόμασταν πως θα πεινάμε για πάντα.
Καθώς μουρμουρίζαμε ένα βράδυ γιατι μας φέραν πάλι λογότερο φαϊ, τότε πετάχτηκα εγώ:
Κι αν ξαναβγαίναμε στα λιβάδια; έτσι τους είπα.
Μα με κοίταξαν και γέλασαν σχεδόν όλοι.
Ο κόσμος προχωρά καημένε! μου είπαν.
Εδώ όλοι μας παρατήσαμε τα λιβάδια εδώ και τόσα χρόνια!
Κι ακόμα κι αυτοί που για καιρό αρνούνταν να 'ρθουν, τα παράτησαν κι αυτοί και ήρθαν!
Λες να 'τανε καλύτερα στα λιβάδια και να 'μαστε όλοι τρελοί που παρατήσαμε τέτοιους παραδείσους για να 'ρθουμε εδώ να τρώμε ζωοτροφές και να 'χουμε την ησυχία μας;

Και τι να κάνουμε; τον ρώτησα.
Να περιμένουμε το βοσκό να πάρει απ' τον προμηθευτή τις τροφές να μας τις μοιράσει, μου είπε.
Μα δε βλέπεις, κακομοίρη, πως κάθε μέρα φέρνει όλο και λιγότερη;
Δε μας χρειάζεται πια. Μας αχρήστευσε. Κάναμε κοιλιές και προγούλια.
Βαριόμαστε κι όλη μέρα αράζουμε στο σανό. Αυτό δεν είναι υγεία. Η φύση μας είναι εκεί έξω, του είπα αυστηρά.
Εκεί έξω είναι ο λύκος! μου είπε αυστηρά και το βλέμμα του πετούσε αστραπές.
Τόσα χρόνια ακούω γι' αυτό το λύκο, του απάντησα ουρλιάζοντας, που εξαιτίας του τραβάμε όσα τραβάμε και ποτέ δεν τον είδα!
Η φωνή μου έσβηνε ανάμεσα σε λυγμούς και φόβο.
Μα ο άλλος δεν έλεγε ν' ακούσει.

Μου είπε να ρωτήσω και τους καινούριους που τον είχαν δει το λύκο.
Μα οι καινούριοι κι αυτοί βοσκούς βλέπανε, μα ποτέ το λύκο, του αποκρίθηκα.
Ο λύκος ήταν ο μπαμπούλας, ο μεσημεράς, που και μόνο η προφορά του ονόματός του σκορπούσε ρίγη.
Και τον ξαναρωτώ κι εγώ με ανακριτικό ύφος:
κι αν ακόμα υπάρχει λύκος, εμείς γιατί στο άκουσμά του, τρέχουμε μακριά τρομαγμένοι;
Γιατί φοβόμαστε κάποιον που δεν ξέρουμε;
Κι αν ο λύκος τελικά δεν είναι τόσο κακός, όσο νομίζουμε; τον ρώτησα.
Μα αφού είναι ο λύκος! Μου απάντησε με το χαμόγελο της σιγουριάς.
Γι' αυτό λέγεται λύκος, γιατί είναι αρπακτικό!
Και ποιος τον ονόμασε λύκο; τον ρωτώ κι εγώ.
Μα ο βοσκός! μου απαντά.
Και τότε σίγουρος για το σκοπό μου, έφυγα, μ' ένα κρυφό χαμόγελο ειρωνικό.
Ήξερα πλέον. Πήρα τη ζωή μου -λάθος!- κι έκανα ν' αλλάξω ζωή...

Κι από τότε άρχισα να σε ψάχνω, λύκε, παντού. Σ 'ολο το δάσος.
Παράτησα το μαντρί και το βοσκό μου κι απ' αυτά που 'μαθα να ξέρω, έλειπες εσύ.
Γιατί δεν έχω μάθει δυστυχώς να μην ανήκω
μια στο βοσκό, μια στο μαντρί και μια στο λύκο.
Δεν ξαναβγήκα στη βοσκή. Δε θυμάμαι πια πώς είναι και καταπού πέφτουν τα λιβάδια.
Μα ψάχνω εσένα, λύκε, να μου δώσεις λύση.
Δεν μπορεί, κάπου εδώ γύρω θα 'σαι!
Λύκε, λύκε, είσαι εδώ;

13 σχόλια:

  1. Συγχαρητηρια Αρχηγε!ο μυθος σου αναδεικνυει πολυ παραστατικα την αλλοτριωση που υποστηκαμε και η οποια μας οδηγησε στο σημερινο καταντημα! Ομως ποτε κανενα προβατο δε σωθηκε βελαζοντας! ΒΑΣΩ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμε (8:59) ευχαριστώ για τα καλά λόγια. Καλό βράδυ!

    Βάσω, τα πρόβατα μαθαίναμε για χρόνια ξένες γλώσσες και πότε γαυγίζαμε πότε χλιμιντρίζαμε και πότε βρυχόμασταν.
    Το κακό είναι πως οι βοσκοί πάντα αναγνώριζαν τη φωνή μας, ξέραν πως ήμασταν πρόβατα και ως γτέτοια μας συμπεριφέρονταν.
    Όταν ήρθε η κρίσιμη στιγμή, κι εμείς αντιληφθηκαμε απότομα ότι τελικά έχουμε παραμείνει πρόβατα, παρά τη γλωσσομάθειά μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. "Γιατί δεν έχω μάθει δυστυχώς να μην ανήκω
    μια στο βοσκό, μια στο μαντρί και μια στο λύκο."

    Καιρός να το μάθουμε, όμως, Μαζεστίξ.
    Πολύ καλός, όπως πάντα.
    Σε ευχαριστώ πολύ για τις αφιερώσεις.

    ΥΓ. Θυμάσαι που μιλούσαμε για τη ΔΕΗ; Βρήκα νέα στοιχεία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Το δίστιχο είναι από τραγούδι τη Μποφίλιου.
    Το υπόλοιπο δύστυχο είναι από τα νεύρα μου!

    Επειδή για τη ΔΕΗ, έχουμε πει πολλά, λες για τότε με τους επιχειρηματίες που δεν πληρώνανε χαράτσια και που δηλώνανε τις βίλες τους για επαγγελματικούς χώρους;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Είχαμε βάλει έναν λύκο να φιλάει τα πρόβατα. Το λέει και ο Σφακιανάκης:
    http://www.youtube.com/watch?v=Q_NRQ1v-8JQ
    Έχε κατά νου πάντως πως δεν είναι ο βοσκός που φταίει. Όσο υπάρχουν πρόβατα θα υπάρχουν και βοσκοί, πρόθυμοι να τα χώσουν στα δικά τους μαντριά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Πέτρο, καλώς ή κακώς όλοι μας υπήρξαμε πρόβατα για πολλά χρόνια.
    Ένα ζήτημα είναι εμείς που βαυκαλιζόμαστε πως "απελευθερωθήκαμε και βγήκαμε στν ελεύθερη βοσκή", μήπως οδηγηθούμε σε νέα μαντριά ή μήπως αναζητάμε το λύκο με την προσμονή της ανακάλυψης του αγνώστου.
    Το μείζον, για μένα, είναι να παραμείνουμε αταλάντευτα στην ελεύθερη βοσκή και να δημιουργήσουμε τις συνθήκες και τους θεσμούς έτσι ώστε να αποδυναμωθούν τα μαντριά και να δυναμώσει η φωνή και η δύναμη της απόφασης των ελευθέρων.
    Ακριβώς επειδή πάρα πολλοί απόμας αναζητούν βοσκούς, μαντριά ή λύκους για να τεθούν υπό την προστασία τους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Αρχηγέ μου, πόσο σωστά τα λές! Είναι έτσι ακριβώς. Θα μου επιτρέψεις όμως να συμπληρώσω και την άγρια παράμετρο της υπόθεσης.
    Ο καργιόλης ο βοσκός μας αρμέγει, μας κουρεύει, πίνει γάλα γνέθει μαλλί, τα πουλάει, κερδίζει, πλουταίνει, συστηματοποιεί την "παραγωγή" του, μας κρεμάει στ' αυτιά σκουλαρίκια με νούμερα, παύουμε πια να είμαστε ο Ασπρούλης, η Χαϊδεμένη, η Τούφα, παύουμε καν να είμαστε "τα αρνιά"! Είμαστε αριθμημένες μηχανές!
    Και μην ξεχνάμε ότι κανένα αρνί δεν πεθαίνει από γεράματα. Στο τέλος, όταν εκείνος κρίνει κατάλληλή τη στιγμή μας σφάζει, μας γδέρνει και μας πουλάει στους χασάπηδες για να καταλήξουμε σε τραπεζώματα και σε τσιμπούσια!

    Και κάτι ακόμα. Πάντα υπήρχαν λύκοι. Πάντα κάποιοι από μας έπεφταν θύματα τους. Πρέπει κι οι λύκοι να τραφούν. Είναι κρίκος της αλυσίδας. Ποτέ όμως δεν θα καταφέρουν να μας μαντρώσουν και κάθε μέρα να τσουβαλιάζουν κάμποσους από μας για την "παραγωγή" τους. Ο λύκος θα γυρνάει πάντα μόνος στο δάσος πεινασμένος κι αν δεν πετύχει κανέναν αγαθιάρη από μας θα την βγάλει με κάνα κουνάβι, κάνα λαγό ή καμιά πέρδικα. Πάντα θα ξέρουμε πως υπάρχει λύκος και θα προσέχουμε. Αυτό όμως δε σημαίνει πως θα εγκαταλείψουμε τα λιβάδια ΜΑΣ, το δροσερό ΜΑΣ χορτάρι, τον ήλιο ΜΑΣ, την ελευθερία ΜΑΣ!

    Δεν φοβάμαι τον λύκο που δείχνει τα δόντια του και δηλώνει ξεκάθαρα ότι είναι ο Κακός του παραμυθιού. Φοβάμαι περισσότερο τον απρόσωπο βοσκό που με "μαντρώνει" και βάζει τα τσομπανόσκυλα του να με "προσέχουν", αλλά κάθε μέρα με ζυγίζει...

    Σε φιλώ και σε χαιρετώ όχι μ' ένα ξέπνοο μπεεεε... αλλά μ' ένα φωναχτό ΜΠΕ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Καλησπέρα στην παρέα.

    Άνθρωπε, είμαστε αναλώσιμα προϊόντα για τους βοσκούς και μας θυσιάζουν όποτε αυτοί νομίζουν.
    Η δραπέτευση από τον βωμό είναι το ένα βήμα.
    ΄έστω η δραπέτευση από τη "ζυγαριά".
    Για να σε ζυγίσει, σημαίνει ότι θα σε σφάξει στο τέλος.

    Από κει και πέρα, όπως είπες κι εσύ, πάντα θα καραδοκεί ο λύκος και πάντα κάποιοι θα πέφτουν στην παγίδα του.
    Το ζήτημα είναι να φυλαγόμαστε έτσι ώστε να πέφτουν όλο και λιγότεροι.
    Και να αποφύγουμε κι εμείς πιθανούς λύκους.
    Φωνάζοντας ΜΠΕ δυνατά όλοι μαζί, τόσο που θα φοβηθούν και θα τρέξουν πίσω στις τρύπες τους κι οι λύκοι κι οι βοσκοί.

    Μαρία, την καλησπέρα μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. "...πήρα τη ζωή μου λάθος κι έκανα να αλλάξω ζωή..."

    Χωρίς άλλα σχόλια... Καλησπέρα Μαζεστίξ.
    _____________________________________________

    http://pistos-petra.blogspot.gr/

    "ΟΤΑΝ ΕΚΛΑΨΕ Ο ΟΜΠΑΜΑ..."



    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Πολύ φοβάμαι Μαζεστίξ ότι τα περισσότερα πρόβατα ΞΕΡΟΥΝ κατα βάθος πως δεν υπάρχει λύκος. Ο λύκος δεν είναι παρά το άλλοθί τους για να μένουν στο μαντρί...

    Ο φόβος της ελευθερίας και της αυτενέργειας είναι από τους κυριοτερους φόβους των περισσότερων ανθρώπων, της συντριπτικής πλειοψηφίας θα τολμούσα να πω. Αυτό που διαφοροποιείται κυρίως είναι ο βαθμός κυριαρχίας του φόβου και η συνειδητοποίηση της ύπαρξής του (που είναι και το πρώτο βήμα καταπολέμησης του)



    Γιάννης Τ.


    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Πιστέ φίλε, χρσιμοποίησα την παύση στη λέξη "λάθος", διατηρώντας το μυστήριο του Σεφέρη...


    Γιάννη, αυτά που γράφεις είναι αυτά τα οποία ακριβώς θέλω να πω παραπάνω με αυτόν τον αυτοσχέδιο μύθο.
    Ο λύκος μπορεί να υπάρχει ή να μην υπάρχει, αλλά αυτό δεν αφορά τα μαντρωμένα.
    Είναι το άλλοθι για να παραμένουν εκεί.
    Κι αν δεν υπήρχε λύκος, θα έπρεπε να τον κατασκευσάσουν...

    ΑπάντησηΔιαγραφή