Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο

Κυριακάτικο πρωινό με  λίγη γελαστή μελαγχολία.
Τόση όση προκάλεσε η ανάγνωση μετά από καιρό ενός αριστουργήματος του Ρίτσου.

Σας το στέλνω για να σας χαρίσω το ίδιο συναίσθημα που μου προκάλεσε κι εμένα...

Καλή Κυριακή να 'χουμε!



Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.


Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,

σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του.
Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.


O δρόμος χάνεται στο φως
κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο. 


 Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ' οι φωνές μες στον ασβέ-
      στη του ήλιου.
H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.
Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό
      πάνου απ' την πίκρα τους.
Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ' την αγρύπνια,
μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

Tο χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους -
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κ' έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ' τ' άγρια γε-
      νεια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ' τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και
      με ταμπούρλα.

Tόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ' η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έρριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη
      νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Tο ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Tόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε -
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ' τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.




ΝΑΙ! ΑΥΤΑ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΝΤΑΙ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ !!! 
 

Γιατί αυτά τα πρόσωπα είναι καθαρά και με καθαρή τη ματιά μπορούν να σηκώσουν το βλέμμα και να κοιτάξουν τον Ήλιο κατάματα και να τον αντιμετωπίσουν ως ίσοι προς ίσο.
Την ίδια ώρα που οι αυτόκλητοι σωτήρες προσφέρουν μόνο αιώνιο σκοτάδι, υπάρχει μια ατέλειωτη σειρά από πρόσωπα που τους αρέσει να κοιτούν ψηλά, στοχεύουν στον Ήλιο, και ορμούν να αρπάξουν το Φως του για να το υψώσουν με τα νεανικά τους χέρια με τη δάδα της αληθινής ζωής, της ζωής που τους χρωστούν.

2 σχόλια:

  1. Υπέροχη Ρωμιοσύνη!

    Κι εγώ την έχω πρόχειρη και την ξεφυλλίζω που και που. Μάλιστα άμα την ακούς και από τον Θεοδωράκη, τι να σου πω. Αυτά του τα κομμάτια με τρελλαίνουν!

    "Με τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα, με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανός..."

    Στο αφιερώνω Μαζεστίξ μου, γι αυτή τη λαμπρή μέρα που έχει έξω σήμερα, αυτός ο υπέροχος τόπος μας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να σαι καλά αγαπητή κ.κ.!
      Κάθε μας μέρα να μυρίζει κεράσια και κρίνους...

      Υπέροχη και η μελοποίηση από τον Θεοδωράκη εννοείται!

      Διαγραφή