Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Socrates (1954-2011), ένας Επαναστάτης στο ποδόσφαιρο...



Πριν λίγες μέρες πέθανε ένας μεγάλος ποδοσφαιριστής, ο Βραζιλιάνος Σόκρατες σε ηλικία 57 ετών.
Ο Σόκρατες ήταν ένας ποδοσφαιριστής τελείως διαφορετικός από όλους τους άλλους.
Η πορεία του έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο από αθλητικής άποψης.
Ήταν ένας επαναστάτης στο χώρο του ποδοσφαίρου που κατάφερε να εφαρμόσει στο ποδόσφαιρο το σοσιαλιστικό σύνθημα-αίτημα "εργάτη μπορείς χωρίς αφεντικά" στην ομάδα του, την Κορίνθιανς, και μάλιστα σε μια εποχή που  Βραζιλία ήταν υπό το καθεστώς στρατιωτικής δικτατορίας πρωτοστάτησε σε κοινωνικούς αγώνες.
Γι αυτό δεν ήταν τυχαίο που όταν πέθανε πριν μερικές ημέρες, οι οπαδοί και οι παίκτες της Κορίνθιανς δεν τον αποχαιρέτησαν με την κλασική "ενός λεπτού σιγή", αλλά με την υψωμένη γροθιά στον αέρα.
Έτσι όπως ταιριάζει σε έναν επαναστάτη.
 
Ακολουθεί μια εκτενέστερη παρουσίαση της δράσης του μεγάλου Σόκρατες από το http://www.eksegersi.gr/article.php?article_id=15157&cat_id=30
 
Βιρτουόζος της μπάλας και του αγώνα ή απλώς Σόκρατες Μπραζιλέιρο Σαμπάιο ντε Σόουζα Βιέιρα ντε Ολιβέιρα   
 
Η δυσάρεστη είδηση του θανάτου του Σόκρατες μας δίνει τη δυνατότητα ν’ ασχοληθού-με με το πραγματικό ποδόσφαιρο και να ξεφύγουμε από τη σαπίλα και τη βρομιά του επαγγελματικού ποδοσφαίρου. Θα μπορούσαμε να τον αποκαλέσουμε ποδοσφαιριστή, ιδιόμορφο, γιατρό, επαναστάτη, καλλιτέχνη, βιρτουόζο, πολιτικό ον, ηγέτη, αυτοκαταστροφικό και θα είχαμε αρκετά επιχειρήματα για να στηρίξουμε κάθε μία από τις παραπάνω ιδιότητες. Πολύ απλά, γιατί με τις πράξεις του και τη γεμάτη δράση και πάθη ζωή του άφησε το στίγμα του σε ό,τι κι αν καταπιάστηκε. Αποτελεί μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που ένα αθλητικό πρόσωπο μας δίνει τη δυνατότητα να προβάλουμε το ποδόσφαιρο της πολιτικοποίησης και της αντίστασης. Αν και αθλητική η στήλη, θα μας απασχολήσουν πολύ λίγο αυτά που έκανε εντός των αγωνιστικών χώρων. Οχι γιατί είναι αμελητέα και ανάξια αναφοράς, αλλά γιατί ο Σόκρατες, ως ποδοσφαιριστής - πολιτικό ον, παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Αλλωστε, όποιος ενδιαφέρεται να δει τα σπάνιας ομορφιάς γκολ που πέτυχε στο Μουντιάλ της Ισπανίας το 1982, κόντρα στη Ρωσία του Ντασάεφ και στην Ιταλία του Τζοφ, είναι εύκολο να τα βρει στο διαδίκτυο.
Ο Σόκρατες είναι η πιο ενδιαφέρουσα ποδοσφαιρική προσωπικότητα της Βραζιλίας, μάλλον και του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, αφού σε αντίθεση με τους παχυλούς τραπεζικούς λογαριασμούς και τον καθωσπρεπισμό του Πελέ και άλλων είχε να επιδείξει το πάθος του για το τσιγάρο και το αλκοόλ και τους αγώνες του υπέρ της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ηταν ο πρωτότοκος γιος μιας πάμφτωχης οικογένειας, ενταγμένης όμως στο κομμουνιστικό κίνημα της Βραζιλίας. Ο ίδιος έλεγε πως θυμάται τον πατέρα του να καίει τα βιβλία των μπολσεβίκων, μόλις έγινε το πραξικόπημα της στρατιωτικής χούντας. Γι’ αυτό και, σε αντίθεση με αρκετές περιπτώσεις ποδοσφαιριστών που κατάφεραν να βγουν από τη φτώχεια εξαιτίας της μπάλας, ο πρώτος σταθμός της δικής του ζωής ήταν η αποφοίτησή του από την Ιατρική Σχολή. Υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο στη Μποταφόγκο μετά την απόκτηση του πτυχίου του, το 1978. Από τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα απέδειξε ότι είναι διαφορετικός από τον κλασικό ποδοσφαιριστή. Στο τέλος του 1978 πήρε μεταγραφή για την Κορίνθιανς, συνεχίζοντας παράλληλα τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην αθλητιατρική. Σύντομα ήρθε σε κόντρα με τους οπαδούς της ομάδας, εξαιτίας της άρνησής του να πανηγυρίζει έντονα τα γκολ του. Οι οπαδοί διαμαρτυρήθηκαν στον πρόεδρο της ομάδας, αυτός «έπεισε» τον Σόκρατες να γίνει πιο διαχυτικός και τότε λανσάρισε έναν πανηγυρισμό-παρωδία, πέφτοντας στα γόνατα και υψώνοντας τα χέρια στον ουρανό.
Πολύ γρήγορα η σχέση του με τους οπαδούς αποκαταστάθηκε και έγινε ο παίχτης-σημαία της ομάδας, κυρίως λόγω της εξωαγωνιστικής του δράσης. Η Κορίνθιανς ήταν η εργατική ομάδα του Σάο Πάουλο, που ιδρύθηκε από μια ομάδα μεταναστών εργατών το 1910, μια εποχή που το ποδόσφαιρο ήταν ένα ελιτίστικο άθλημα που παιζόταν μόνο από απόγονους Βρετανών ή από κόσμο που εργαζόταν σε βρετανικές εταιρίες, γι’ αυτό και ο Σόκρατες δεν δυσκολεύτηκε να δημιουργήσει τη «Democracia Corinthiana» («Δημοκρατία της Κορίνθιανς»). Με υπόβαθρο την αριστερή βάση των φιλάθλων και τη φιλελεύθερη διοίκηση, ο Σόκρατες και οι συμπαίκτες του θέσπισαν ένα διαφορετικό σύστημα διοίκησης του συλλόγου, που προέβλεπε ψηφοφορία για κάθε απόφαση, ανεξαρτήτως σημασίας. Για απλά θέματα, όπως η ώρα του γεύματος, μέχρι σημαντικά, όπως η πρόσληψη ή η απόλυση κάποιου ανθρώπου, απαιτούνταν ψηφοφορία, στην οποία συμμετείχαν απαράβατα όλοι οι εργαζόμενοι στο σύλλογο, ενώ κάθε ψήφος είχε την ίδια βαρύτητα (από το φροντιστή της ομάδας μέχρι τον πρόεδρο).
Η «Democracia Corinthiana» δεν περιορίστηκε στα εσωτερικά της Κορίνθιανς. Πολύ συχνά οι παίχτες της «τιμάο» τύπωναν στις φανέλες τους, αντί για χορηγούς, πολιτικά μηνύματα υπέρ της δημοκρατίας (η Βραζιλία ήταν τότε υπό στρατιωτικό καθεστώς), ενώ κάποιες εμφανίσεις είχαν τα νούμερα και τα γράμματα αναποδογυρισμένα, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το καθεστώς και την κοινωνική κατάσταση. Το 1982, η «τιμάο» κατακτά το πρωτάθλημα Παουλίστα, με τους ποδοσφαιριστές στο τελευταίο παιχνίδι της σεζόν να φορούν φανέλα με τη λέξη «δημοκρατία» στην πλάτη. Για το γεγονός αυτό ο Σόκρατες αναφέρει: «Ισως ήταν η πιο τέλεια στιγμή που έχω βιώσει. Είμαι σίγουρος πως ισχύει το ίδιο για το 95% των συμπαικτών μου. Ηταν η σπουδαιότερη ομάδα που έχω αγωνιστεί ποτέ, επειδή επρόκειτο για κάτι περισσότερο από ποδόσφαιρο. Οι πολιτικές νίκες μου είναι πιο σημαντικές απ’ αυτές ως επαγγελματίας παίκτης. Ενα παιχνίδι τελειώνει σε 90 λεπτά, όμως η ζωή συνεχίζεται». Παρά τις αφόρητες πιέσεις του στρατιωτικού καθεστώτος, που απει- λούσε με σκληρές συνέπειες, την τριετία 1982-84 ηχούσε παντού το σύνθημα «νίκη ή ήττα, αλλά πάντα δημοκρατικά» και η Κορίνθιανς κατακτά τον πολιτειακό τίτλο το 1982 και το 1983, αποπληρώνοντας όλα τα χρέη της και δημιουργώντας ένα σημαντικό αποθεματικό.
Το 1984, ο Σόκρατες είναι πλέον ένας θρύλος στη χώρα. Είναι ο αρχηγός της «σελεσάο» του 1982, της μοναδικής ομάδας που μπορεί να συγκριθεί μ’ αυτή του 1970 κι ας μην κατάκτησε τον τίτλο στα γήπεδα της Ισπανίας. Είναι ο αρχηγός που έδωσε το «δεκάρι» στον Ζίκο, δηλώνοντας πως εκείνος είναι ο «βασιλιάς» της ομάδας, κρατώντας για τον εαυτό του το «οχτάρι» και το ρόλο του «πρίγκιπα», όπως έλεγε γελώντας, αποδεικνύοντας έτσι πως γι’ αυτόν το ποδόσφαιρο είναι πάνω απ’ όλα ένα παιχνίδι συλλογικό, στο πλαίσιο του οποίου αναδεικνύεται η ατομικότητα και το ταλέντο του καθένα. Ολόκληρη η ποδοσφαιρόφιλη ανθρωπότητα έχει υποκλιθεί στο ταλέντο του «γιατρού», που με το πανύψηλο κορμί του, το αρχοντικό στιλ παιχνιδιού και τα συνεχή «τακουνάκια» γεμίζει το γήπεδο, αλλά και στην έντονη προσωπικότητά του, που τον κάνει να ξεχωρίζει από οποιονδήποτε άλλο μεγάλο ποδοσφαιριστή του παρόντος και του παρελθόντος. Η κατάσταση στη χώρα είναι έκρυθμη. Σε μία πολιτική συγκέντρωση, μπροστά σε 1.500.000 κόσμο, ο Σόκρατες παίρνει το μικρόφωνο και αποθεώνεται, όταν υπόσχεται πως θα απορρίψει κάθε πρόταση μεταγραφής από την Ιταλία, εάν η Βουλή περάσει τη συνταγματική αναθεώρηση που προέβλεπε μεταξύ άλλων ελεύθερες εκλογές.
Η συνταγματική αναθεώρηση δεν έγινε και ο Σόκρατες αναχωρεί για την Ιταλία και τη Φιορεντίνα, όπου δεν αργεί να έρθει σε πλήρη ρήξη με την αγριανθρωπική νοοτροπία του επαγγελματικού ποδοσφαίρου. Αυτός θέλει να πίνει ελεύθερα το ποτό του και να σβήνει το τελευταίο τσιγάρο λίγο πριν πατήσει τον αγωνιστικό χώρο κι όχι να μετατραπεί σε μια μηχανή που θα παράγει θέαμα για να το πουλάνε οι καπιταλιστές (είναι χαρακτηριστικό ότι αυτός, ο αρχηγός της εθνικής Βραζιλίας, ποτέ δεν απέκτησε ατζέντη). Κάνει μια ανεπιτυχή προσπάθεια να δημιουργήσει μια «Democracia Fiorentina» (η συντριπτική πλειοψηφία των συμπαικτών του τον απομόνωσε). Eρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη φιλοσοφία του ιταλικού πρωταθλήματος και ένα χρόνο αργότερα επιστρέφει στη Βραζιλία. Η φθίνουσα πορεία έχει αρχίσει. Το σύγχρονο επαγγελματικό ποδόσφαιρο δεν χωράει τη λογική του Σόκρατες. Η «Democracia Corinthiana» ήταν μια σύντομη παρένθεση, ένα καλοκαίρι ουτοπίας, ίσα-ίσα για να μας θυμίζει πώς θα είναι το ποδόσφαιρο του μέλλοντος, το ποδόσφαιρο της κομμουνιστικής κοινωνίας.
Το 1989 σταματάει ουσιαστικά την ποδοσφαιρική του καριέρα. Δουλεύει πλέον ως γιατρός, όμως συνεχίζει ν’ αγωνίζεται για τα δικαιώματα των παιχτών. Ερχεται σε αντιπαράθεση με το Εργατικό Κόμμα (το κόμμα του Λούλα και της σημερινής προέδρου της Βραζιλίας), το οποίο δεν αποδέχεται τους ποδοσφαιριστές ως εργαζομένους, διατηρεί στήλη σε βδομαδιάτικο πολιτικό περιοδικό και είναι πολιτικός ακτιβιστής, αρνούμενος όμως να κατέβει στον εκλογικό στίβο. Ο Σόκρατες ποτέ δεν έκρυψε την αγάπη του για τρία πρόσωπα, τα ονόματα των οποίων έδωσε στα παιδιά του: Τσε (Γκεβάρα), Φιδέλ (Κάστρο) και Τζον (Λένον). Γράφεται κατά κόρον, ότι πρόωρα στον τάφο τον έστειλαν οι δυο άλλες δυνατές αγάπες του, ο καπνός και το αλκοόλ. Μιλώντας ιατρικά, έτσι είναι. Ας σκεφτούμε, όμως, πριν βιαστούμε να κρίνουμε επιφανειακά, πόση δυστυχία βιώνουν τέτοιοι άνθρωποι, ταλαντούχοι, παρορμητικοί, με όνειρα και σχέδια για τη ζωή, όταν συνθλίβονται από την καπιταλιστική βαρβαρότητα, χωρίς να καταφέρνουν να βρουν μια ασφαλή διέξοδο στην οργανωμένη επαναστατική δράση. Ας σκεφτούμε πώς θέρισε η ηρωίνη και το αλκοόλ την αφρόκρεμα των τεράστιων μαύρων μουσικών της μεταπολεμικής Αμερικής, που ήξεραν ότι γράφουν ξανά την ιστορία της μουσικής και ταυτόχρονα υπέφεραν από τις διακρίσεις και το ρατσισμό.
Τα ξημερώματα της περασμένης Κυριακής, ο Σόκρατες μπήκε στο νοσοκομείο και το επόμενο πρωί πέθανε, λίγες ώρες μετά την κατάκτηση από την Κορίνθιανς ενός τίτλου. Ενός λεπτού σιγή κρατιέται συχνά στα γήπεδα. Παίχτες, όμως, με σηκωμένες γροθιές γύρω από τη σέντρα δεν έχουν ξανασταθεί. Μόνο ο Σόκρατες θα μπορούσε να τιμηθεί μ’ έναν τέτοιο αποχαιρετισμό. Οσο για τους οπαδούς, που βίωναν παράξενα συναισθήματα, τον ξεπροβόδισαν φωνάζοντας «obrigado» («σου χρωστάμε»).
Κος Πάπιας
 
-------------------------------------------------------------------------
Πολύ ενδιαφέρουσα τοποθέτηση επί του θέματος γίνεται και στο εξαιρετικό blog http://sfyrodrepano.blogspot.com/2011/12/super-star.html 
 
-------------------------------------------------------------------------
 
Τραγική ειρωνεία;
Ο Σόκρατες είχε δηλώσει πως θέλει να πεθάνει μια Κυριακή που η Κορίνθιανς θα κέρδιζε τον τίτλο.
Πράγματι πέθανε λίγες ώρες μετά την ακτάκτηση του Πρωταθλήματος από την Κορίνθιανς...
 
Δυστυχώς το σημερινό παγκόσμιο ποδόσφαιρο δεν μπορεί να ανεχτεί τέτοιες προσωπικότητες, όπως ο Σόκρατες, ο Μπεστ, ο Μαραντόνα, ο Βαλντεράμα, ο Γκασκόιν, ο Φάουλερ.
Άνθρωποι που δε δίσταζαν να εκφράζουν με την παρουσία τους πολύ περισσότερα από μια τρίπλα, ένα γκολ, μια ασίστ.
Π.χ. ο Φάουλερ σε κάθε γκολ του σήκωνε τη φανέλα του και έδειχνε στην κάμερα συνθήματα υερ των λιμενεργατών του Λίβερπουλ.
Τιμωρούνται συνεχώς απ την UEFA γι αυτή του τη δράση, αλλά αυτός συνέχιζε...
 
Ο Μαραντόνα τα έβαζε ευθέως με την Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου (FIFA), ενώ την ίδια ώρα ο φιλοκαθεστωτικός γλείφτης Πελέ ήταν το πρωτοπαλλήκαρό της.
 
Το σίγουρο είναι ότι τώρα πια οι ποδοσφαιριστές είναι μηχανές διασκέδασης και δεν υπάρχει πια χώρος για διαφορετικούς.
Είναι όλοι ίδιοι. Παίζουν, συμπεριφέρονται, μιλούν και πανηγυρίζουν με τον ίδιο τρόπο.
Σαν κουρδισμένα ρομποτάκια.
 
Σ' αυτούς τους γκαντεμιάρικους καιρούς, το σύστημα σκοτώνει τους διαφορετικούς.
 
 
Ένα αφιέρωμα στον μεγάλο Σόκρατες.
 
 
 

14 σχόλια:

  1. καλησπερα αδελφε,φοβερη αναρτηση..

    συμφωνω απολυτα με αυτο ΄Δυστυχώς το σημερινό παγκόσμιο ποδόσφαιρο δεν μπορεί να ανεχτεί τέτοιες προσωπικότητες, όπως ο Σόκρατες, ο Μπεστ, ο Μαραντόνα, ο Βαλντεράμα, ο Γκασκόιν, ο Φάουλερ.'

    Δυστυχως ετσι ειναι...Η Φιφα και η ουεφα των φλωρων εχουν επιβαλει ενα ποδοσφαιρο με ινδαματα μανεκεν και μη μου απτου κυριες..

    παντως ο Σοκρατες ενω ηταν επαναστατης,ενω ειχε μια καποια καλη συγκριτικα με αλλους ποδοφαιριστες μορφωση,ειχε μεγαλη αγνοια απο σοβαρα πγμτ που τον μου χτυπουσαν 'καπως'..πχ σε συνεντευξη του καποτε ειχε πει πως αγνοουσε ποιος ειναι ο μεγαλος Σωκρατης και πως ηξερε μονο τον Πλατωνα..
    αλλα ο μυθος του 'πολυδιαβασμενου' καλα κρατει :P απο τους ελληνες αθλητικογραφους..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. α οπως επισης δεν τον τιμουσε το οτι περιφεροταν σαν τον πελε κ τον μαραντονα σε καθε εκδηλωση που τον καλουσαν για να παρει κανα ψιλο..ποιος θα ξεχασει που για λιγα ευρω ειχε ερθει ελλαδα κ εγινε μελος του γαυρου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καλησπέρα!
    Μεγαλώνοντας ο Σόκρατες έγινε εξαρτημένος από το αλκοόλ -και ίσως κι από ναρκωτικά-, επομενως τριγύριζε για κάνα ψιλό, όπως λες, όπου τον καλούσαν.
    Όταν όμως ήταν νέος και κραταιός, υπήρξε μεγάλη μορφή.

    Να ου πω την αλήθεια, δε με πειράζει που έγινε μέλος του Γαύρου, όπως και ο Μαραντόνα, καθώς έκαναν απλά μια αρπαχτή και δεν έχουν ιδέα ούτε ποιος είναι ο ΟΣΦΠ ούτε ο ΠΑΟ.


    Ο Σόκρατες, ένας βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής καιγ ιατρός, ήξερε έστω τον Πλάτωνα, έναν μεγάλο Έλληνα φιλόσοφο. (Μου κάνει εντύπωση που δε γνώριζε τον Σωκράτη)

    Θα ήθελα πολύ πάντως να γίνει ένα γκάλοπ ανάμεσα στους Έλληνες ποδοσφαιριστές αφενός και στους Έλληνες γιατρούς αφετέρου όπου θα ερωτηθούν "ποιους Λατινοαμερικάνους μεγάλους φιλοσόφους γνωρίζετε;"

    Νομίζω πως η απάντηση "κανέναν" θα βγει απ' το στόμα παραπάνω απ' το 90% των ερωτηθέντων...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Μου άρεσε πάρα πολύ αυτός ο παίκτης. Δεν υπήρξα ιδιαίτερος θιασώτης του ποδοσφαίρου. Μου άρεσε όμως να παρακολουθώ τις διεθνείς αναμετρήσεις και φυσικά τα μουντιάλ. Αν με ρωτούσες να σου πω ονόματα ποδοσφαιριστών του παρελθόντος που θυμάμαι ακόμη θα σου έλεγα τον Ρουμενίγκε, τον Αλτομπέλι, το Ρούντυ Φέλερ, τον Ίαν Ρας και από τους πιο παλιούς το Ζίκο και τον Σόκρατες.
    Αν θυμάμαι καλά το όνομά του οφείλεται στην αγάπη του πατέρα του για την Ελλάδα. Αγάπη που είχε και ο ίδιος ο Σόκρατες, ο οποίος έδωσε ελληνικά ονόματα στα παιδιά του.
    Μικρός ήμουν και τον θυμάμαι να παίζει και να παραδίδει μαθήματα. Τον θυμάμαι σαν παίκτη, αλλά δεν γνώριζα καθόλου την προσωπικότητά του.
    Δεν γνώριζα επίσης και το πλήρες όνομα του Σόκρατες. Μόλις το διάβασα κατάλαβα ότι πρόκειται για καθαρά ποδοσφαιρικό όνομα:

    (César) Sampaio
    (Luciano) De Souza
    (Patrick) Vieira
    (Sérgio) Oliveira


    Υ.Γ(επί του σχολίου): Αν κάνεις στους Έλληνες ποδοσφαιριστές την ερώτηση "ποιους Έλληνες φιλόσοφους γνωρίζεις" πιστεύεις ότι θα πάρεις πολλές απαντήσεις;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Εμένα από Λατινοαμερικάνους ήταν ο Βαλντεράμα (το 10 της Κολομβίας) μακράν ο αγαπημένος μου.
    Όταν άρχισα να βλέπω ποδόσφαιρο, ο Σόκρατες τέλειωνε την καριέρα του, οπότε δεν τον πρόλαβα αγωνιζόμενο. Μόνο από αφιερώματα τον ξέρω.
    Θυμάμαι τη Βραζιλία από εποχή με Καρέκα, Μπεμπέτο, Αλεμάο και Ρομάριο στα νιάτα του.
    Παρεμπιπτόντως, και ο Ρομάριο είναι μεγάλη μορφή (τώρα που το θυμήθηκα) και εκτός αγωνιστικών χώρων, με μεγάλη κοινωνική δράση.
    Και προφανώς, με τεράστια προσωπική κοντρα με τον Πελέ.

    Ο Φέλερ και ο Ρας δε μου άρεσαν σαν παίκτες.
    Γενικώς δε συμπαθούσα ποτέ το στυλ του "κωλόφαρδου σέντερ-φορ" :-)
    Από Γερμανία μου άρεσαν ο Χέσλερ, ο Ματέους κι ο Μπρέμε.
    Κι από Αγγλία ο Μπίρντσλι, ο Μπαρνς, ο Λίνεκερ, ο Γκασκόιν...
    Και η αδυναμία μου, ο Μάρκο Φαν Μπάστεν της Ολλανδίας και της Μίλαν.
    Κρίμα βέβαια γιατί αργότερα προέκυψε φασίστας.
    Αλλά ποδοσφαιρικά παραμένει πάντα αδυναμία μου!


    Μεγάλη η έμπνευση με τα τέσσερα ονόματα.
    Τους τρεις πρώτους τους ξέρω.
    Ο 4ος , ο Sergio Oliveira ποιος ήταν;
    Δε μου ρχεται στο μυαλό!


    Ως προς το (ΥΓ) η απάντηση σχεδόν όλων φαντάζομαι ότι θα είναι "φιλο...τι;;;"

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ή εναλλακτικά θα μπορούσαν να απαντήσουν από συνήθεια:
    "Εεεε... βασικά, εεε, νομίζω πως κάθε φιλόσοφο, βασικά, τον βλέπουμε ξεχωριστά. Δεν υπάρχουν βασικά μεγάλοι και μικροί φιλόσοφοι. Ο προπονητής ξέρει καλύτερα βασικά. Εμείς προτιμάμε να μιλάμε στο γήπεδο βασικά. Εεε, βασικά δεν είναι ώρα να μιλάμε για φιλόσοφους προέχει βασικά το ματς της Κυριακής με τον Πανελευσινιακό"

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Για να το ξεκαθαρίσω, δεν είπα ότι μου άρεσαν, είπα ότι αυτούς θυμάμαι. (Εκτός από τον Ρούντυ Φέλερ που μου άρεσε πολύ). Ο Ίαν Ρας δεν μου άρεσε καθόλου, αλλά πολλοί τον λάτρευαν. Κάποτε, τις εποχές που ήταν ο φόβος και ο τρόμος της αντίπαλης άμυνας, είχε παίξει κόντρα στον Παναθηναϊκό. Ούτε που πήρε μπάλα. Αν θυμάμαι καλά τον είχε «σβήσει» ο Καλλιτζάκης.

    Καταπληκτικοί παίκτες ήταν και οι Εουσέμπιο και Ζαϊρζίνιο. Είχαν όμως την ατυχία να βρίσκονται στη σκιά του Πελέ. Επίσης και από τους γερμανούς ο Μπεκενμπάουερ (έτερος φασίστας !).

    Ο Sergio Oliveira δεν είναι κανένας αξιοπρόσεκτος παίκτης. Είχε παίξει στην Πόρτο, τώρα δεν θυμάμαι που παίζει. Απλά τον ανέφερα γιατί το συνθετικό Ολιβέϊρα στο όνομα του Σόκρατες, κάτι μου θύμισε.

    Υ.Γ. Εεε, βασικά να πούμε....εεε, από φιλόσοφους θυμάμαι τον Περικλή (αυτόν ντε, της Ασπασίας), τον Αριστο.... δεν θυμάμαι πως τελειώνει, εεε, τον Ξέρξη και το ξαδέλφι του ...εεε, τον Αρταξέρξη, από τη Σπάρτη αυτός.
    Επίσης και τον Αίσωπο, αυτόν που έγραψε την Ιλιάδα, πριν από τον άλλον ...τον ... να δεις πως τον λέγανε ... α, ναι, τον Όμηρο. Το πέτυχα;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Αν το πέτυχες;;; Στο μάτι!!!

    "Ο Ξέρξης, ο ξάδερφος του Αρταξέρξη!" χαχαχα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Καλημέρα
    Φίλοι ξεχάσατε τον Γκαρίντσα, το σπουργιτάκι του Αμαζονίου.

    Καλά Χριστούγεννα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Καλημέρα!
    Προσωπικά δεν τον ξέχασα... απλώς δεν τον πρόλαβα!
    Από αφιερώματα κλπ που χω δει πάντως, πρέπει να ήταν παιχταράς, εφάμιλλος των Πελέ, Ζαιζίνιο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Εξαιρετική η ανάρτηση, Μαζεστίξ. Ως λίγο μεγαλύτερος, πρόλαβα το τέλος μιας εποχής που οι παίκτες έβγαιναν ακόμη από τις αλάνες στις φτωχογειτονιές και δεν ήταν βιονικοί ξιπασμένοι εγωπαθείς κωλοπαιδαράδες, ρομποτάκια των πολυεθνικών, φτιαγμένα στα χημικά εργαστήρια ούτε περσόνες του ματαιόδοξου, εμετικού life style. Είχα την τύχη ως μαθητής του Δημοτικού, να παρακολουθήσω το Μουντιάλ του Μεξικό το 1970 (τα πρώτα μου ξενύχτια με το χαζοκούτι)και να δω όλα αυτά τα αστέρια της εποχής. Θυμάμαι παιχταράδες όπως οι Ζαϊρζίνιο και Ριβελίνο που επισκιάσθηκαν από αυτόν τον σαλτιμπάγκο του συστήματος τον Πελέ. Θυμάμαι με την Μάντζεστερ Γ. τον "καταραμένο" 5ο Beatle, όπως τον έλεγαν, τον Τζωτζ Μπεστ, που αν δεν γεννιόταν στην Β.Ιρλανδία, αλλά στην Αγγλία, την Γαλλία ή τη Γερμανία, ο Πελέ θα έμενε στην ιστορία ως απλά ένας καλός παίκτης, όπως τόσοι άλλοι και όχι ως το Νο 1 του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Θυμάμαι τον μεγάλο Άγιαξ,(1971-1973) του ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥ ποδοσφαίρου και όχι των ατομικών εξάρσεων της κάθε χαζοβεντέτας, που η μόνη ομάδα που τον θυμίζει σήμερα είναι η Μπάρτσα, που όλως τυχαίως είναι η καλύτερη ομάδα του πλανήτη τα τελευταία χρόνια. Απλά να συμπληρώσω για τους πολιτικοποιημένους ή και κοινωνικά ευαισθητοποιημένους ποδοσφαιριστές, κάποιους όπως τον Αργεντίνο Χ.Ποσάδα(Χομέρο Ρομούλο Κριστάλλι Φρασνέλλι το πραγματικό του όνομα)που υπήρξε αστέρι της Εστουντιάντες ντε λα Πλάτα κατά τη δεκαετία του '30 και πρωτοκλασσάτο στέλεχος των τροτσκιστών της εποχής, τον γνωστό για τα αριστερά του αισθήματα Γερμανό Πωλ Μπράιτνερ στη δεκαετία του '70(απορίας άξιον πώς συμβίωσε στην ίδια ομάδα με εκείνο το φασιστόμουτρο τον Μπεκενμπάουερ)ο οποίος αν καλοθυμάμαι είχε αρνηθεί να συμμετάσχει στην μουντιαλική φιέστα του Αργεντίνου δικτάτορα Βιντέλα, μη ακολουθώντας την αποστολή της εθνικής Γερμανίας, αλλά για τον ίδιο λόγο και παίκτες της μεγάλης Ολλανδίας(ειδικά του Άγιαξ). Και φυσικά ας μην ξεχνάμε και κάποιους δικούς μας από εκείνη την εποχή όπως Β.Χ΄παναγής, Σ.Κωφίδης κ.λ.π.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Καλησπέρα!

    Αν και δεν τα πρόλαβα, από τα όσα έχω δει συμπεραίνω πως έχεις δίκιο για Ριβελίον, Ζαιρζίνιο, Γκαρίντσα και πως θαφτηκαν από τον μεγάλο μεν, σαλτιμπάγκο δε, Πελέ.

    Μπαρτσελόνα και "ολλανδικό μοντέλο" συμπορεύονται από την εποχή που ο τεράστιος Κρόιφ πήγε απ τον Άγιαξ στη Μπαρτσελόνα.
    Και το πρωτο της ευρωπαικό τελικά το πήρε με προπονητή τον Κρόιφ και το επόμενο με τους Ράικαρντ-Τεν Κάτε, εφαρμόζοντας όλοι οι παραπάνω πιστά το ολλανδικό μοντέλο ανάπτυξης και τακτικής, αξιοποιώντας παράλληλα την ισπανική και λατινοαμερικανική τεχνική.
    Γι αυτό και πάντα ήμουν θαυμαστής της Ολλανδίας.
    Συνδύαζε πάντα τεχνική, ομαδικότητα, ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο, συνεχή κίνηση στο χωρο και επομένως... θεάμα!


    Για τη δράση του Μπράιτνερ εχω ξανακούσει, τον άλλον τον Αργεντινό πρώτη φορά τον ακούω.


    ΥΓ.:Ηρακλειδέας είσαι, έτσι;;;

    Χατζηπαναγής (κυρίως) αλλά και Κωφίδης υπήρξαν ποδοσφαιρικές μορφές (ειδικά ο πρώτος), αλλά και αξιοπρεπέστατοι άνθρωποι με ήθος και κουλτούρα (ειδικά ο δεύτερος).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Φίλε Μαζεστίξ, παραδόξως δεν είμαι Ηρακλειδέας!! Απλά μνημονεύω δυο ονόματα, από τα πλέον χαρακτηριστικά νομίζω, ποδοσφαιριστών με ξεχωριστό ήθος και κουλτούρα όπως αναφέρεις κι εσύ. Όπως έγραψα και πριν, μεγάλωσα σε μιαν άλλη εποχή, χωρίς χουλιγκανισμούς, χωρίς οπαδικούς αφιονισμούς και οπαδικές αγκυλώσεις, μαθαίνοντας να βλέπω τα πράγματα κάπως πιο αντικειμενικά Το ότι λοιπόν ήμουν φίλος του Πανιωνίου, λόγω της τότε γειτονιάς, δεν με εμπόδισε να βγω με την πράσινη σημαία πιτσιρικάς στους δρόμους για να πανηγυρίσω με χιλιάδες άλλους την ξέφρενη πορεία του Παναθηναϊκού το 1971, στο Πρωταθλητριών. Εντυπωσιάστηκα από την ανεπανάληπτη και αδικημένη ομαδάρα του ΠΑΟΚ, της περιόδου ’71-‘75, που ακόμη θεωρώ χωρίς υπερβολή, ό,τι καλύτερο ανέδειξε το ελληνικό ποδόσφαιρο σε επίπεδο εσωτερικών διοργανώσεων. Και έμεινα έκθαμβος από τον Ηρακλή, την ομάδα του «ζογκλέρ» Βάσια και άλλων μεγάλων παιχτών της ίδιας εποχής, αλλά και απόλαυσα τον τεράστιο Γ.Δεληκάρη του Ολυμπιακού. Παίκτες χαρισματικοί και «αδικημένοι» , όπως κι ο Τζ.Μπεστ – όπως ξανάγραψα - που αν είχαν βρεθεί σε πιο προηγμένες ποδοσφαιρικά χώρες και εθνικές ομάδες, θα είχαν ίσως διαπρέψει σε κάποια μουντιάλ, φτάνοντας στα κορυφαία σκαλοπάτια του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Το 1977 φόρεσα το κιτρινόμαυρο κασκόλ και κατέβηκα στην Ομόνοια, όταν η ομάδα της ΑΕΚ απέκλειε στο ΟΥΕΦΑ, την μια αγγλική ομάδα μετά την άλλη. Και δυο χρόνια αργότερα πανηγύρισα έξαλλα τα τρία γκολ της ομάδας του Άρη μέσα στην έδρα της ιταλικής Περούτζια. Φυσικά γράφοντας αυτά δεν θέλω να εξωραϊσω ούτε να εξιδανικεύσω εκείνη την εποχή, αλλά ούτε να «αφορίσω» τα νεότερα χρόνια. Ούτε το ποδόσφαιρο ήταν και τότε αγνό και καθάριο. Ας μην ξεχνάμε πώς χρησιμοποιήθηκε από δικτατορικά κσθεστώτα, τόσο στην χώρα μας όσο και αλλού. Βέβαια δεν ήταν λίγες οι φορές που τα γήπεδα της χουντοκρατούμενης λατινικής Αμερικής χρησιμοποιήθηκαν για αντιδικτατορικές διαμαρτυρίες και εκδηλώσεις. Θέλω να πιστεύω όμως ότι εκείνη την εποχή και μέσα σε αυτόν τον χώρο υπήρχαν ακόμη κάποια θετικά στοιχεία και το «τόπι» ήταν ακόμη περισσότερο παιχνίδι και λιγότερο μια στυγνή μπίζνα Τουλάχιστον για μας τους απλούς ποδοσφαιρόφιλους….
    Υ.Γ. Αυτά που κυκλοφορούσαν τότε για τον Μπάιτνερ ήταν ότι ήταν συμπαθών, αν όχι στέλεχος, της μαοϊκής αριστεράς. Επίσης, κάποια από τα πρωτοκλασάτα αστέρια της Ολλανδίας αρνήθηκαν να πάνε στο μουντιάλ της χουντοκρατούμενης Αργεντινής το 1978. Ο Βιντέλα είχε κάνει το πραξικόπημα μόλις το 1976. Αλλά κι αυτοί που πήγαν κατάφεραν κι έφτασαν στον τελικό όπου μέσα σε μια εχθρική ατμόσφαιρα και με εχθρική διαιτησία πήρα την 2η θέση, χάνοντας στην παράταση. Στα αξιοσημείωτα και η απόφαση του ολλανδικού κοινοβουλίου να αφεθούν οι παίκτες να παραλάβουν κατά συνείδηση το κύπελο και τα μετάλλιά τους από τα χέρια του Βιντέλα, αν τυχόν κέρδιζαν στον τελικό…
    Όσο για τον Ποσάδα, δεν υπήρξε απλά τροτσκιστής, αλλά και εισηγητής ιδιαίτερης τάσης μέσα στον τροτσκιστικό χώρο, με παγκόσμιες επιδράσεις, ακόμη και στη χώρα μας.
    Τέλος, για τον Σώκρατες τι να πούμε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Πάντα κατατοπιστικός!

    Εγώ -για να είμαι ειλικρινής- είμαι υπέρ των ελληνικών ομάδων στα ευρωπαικά κύπελλα, με εξαίρεση τον Ολυμπιακό που μου κάθεται στο στομάχι! :-)

    Όσο για ΠΑΟΚ και Ηρακλή, πράγματι αδικήθηκαν κατάφωρα σε διάφορες επριόδους και όχι μόνο αυτοί.
    Ο Πανιώνιος, ο Απόλλων κι ο Εθνικός κατακρεουργήθηκαν από το ΠΟΚ.
    Χαρακτηριστικά, δε ξέρω αν γνωρίζεις την υπόθεση του Πούσκας στον Εθνικό.
    Ο ιστορικός του πρόεδρος, ο Καρέλλας, είχε κλείσει μεταγραφή τον Πούσκας (!!!) και άλλους δύο πρωτοκλασάτους παίκτες της θρυυλικής εθνικής Ουγγαρίας της εποχής.
    Θα άλλαζε άρδην η ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου, με τον κραταιό και δημοφιλή Εθνικό να ανατρέπει το ποδοσφαιρικό ακτεστημένο.
    Το ΠΟΚ όμως θορυβήθηκε και μετά από απανωτές πιέσεις που άσκησε στην πολιτεία, "κατάφερε" -ω! του θαύματος!- να ματαιώσει με απαγόρευση τις μεταγραφές του Εθνικού, καθότι "θα λειτουργουσε έτσι ως επαγγελματικό σωματείο αν έπαιρνε ξένους ποδοσφαιριστές"!
    Ελάχιστους μήνες αργότερα, Ολυμπιακός και ο Παναθηναικός απέκτησαν ξένους ποδοσφαιριστές, χωρίς να τους το απαγορεύσει η πολιτεια.
    2-3 χρόνια αργότερα ο Πούσκας κατέληξε στη Ρεάλ Μαδρίτης και σήκωσε 6 ευρωπαικά κύπελλα...
    Και ο Εθνικός παρέμεινε μεσαίος.
    Και με τα χρόνια μίκρυνε κι αυτός μαζί με τον Πανιώνιο (λιγότερο) και τον Απόλλωνα (περισσότερο) και για πρώτη φορά υποβιβάστηκε στη Β' Εθνική το 1990.
    Περίπου τότε υποβιβάστηκε -αν θυμάμαι καλά- κι ο Πανιώνιος πρώτη φορά.


    Ο καπιταλισμός κατέστρεψε το πιο ωραίο λαικό χόμπι, το ποδόσφαιρο.
    Υπερσυγκέντρωση πλούτου σε λίγες ομάδες έναντι των υπολοίπων.
    Υφαρπαγή σπουδαίων παικτών και προπονητών στην ανάδυσή τους από τις μεγάλες ομάδες.
    Και οι μικρές πάνω που χτίζουν κάτι υπορεούνται να το γκρεμίζουν και να το ξαναχτίζουν και να το ξαναχτίζουν...

    Στην πιο ωραία δεκαετία του ελληνικού ποδοσφαίρου, τη δεκαετία του 80, παρόλα τα προβλήματα, κατάφεραν και πήραν τίτλους εκτός των ΟΣΦΠ και ΠΑΟ και οι ΑΕΚ, ΠΑΟΚ, Λάρισα, ΟΦΗ, Καστοριά και πλησίασαν οι Ηρακλής, Αθηναικός.
    Τα γήπεδα γέμιζαν, απ το ΟΑΚΑ που χει 50.000 κάθε Κυριακή στον ΠΑΟ μέχρι το Αλκαζάρ με πάνω από 10.000 οπαδούς της Λάρισας, το Καυταντζόγλειο τουλάχιστον μισογεμάτο στον Ηρακλή και το Καραισκάκη με 10-15.000 στον Εθνικό!

    Τώρα στους 5000 θεατές σε ματς κάνουμε πάρτυ, οι τίτλοι μονοπωλούνται πραξικοπηματικά από τον ΟΣΦΠ και πού και πού παίρνει κι ο ΠΑΟ έναν στους τόσους κι οι υπόλοιποι... διακοσμητικοι!

    Στην Ευρώπη, παρόμοια χάλια, με τη διαφορά μόνο ότι τους τίτλους δεν τους μονωπωλεί ένας, αλλά τους μοιράζονται ως τραστ δύο ή τρεις.
    Στην Ισπανία και στην Ιταλία ερημώνουν τα γήπεδα (πλην των εκάστοτε δύο μεγάλων) ενώ στην Αγγλία τεράστια πτώση του ενδιαφέροντος.

    Γιατί, όπως είπες, ακόμη τότε, παρά τα τόσα στραβά του, το ποδόσφαιρο ήταν παιχνίδι.
    Στα παιχνίδια όντως κάποιοι κλέβουν πολλές φορές. Αλλά ήταν παιχνίδι.
    Τώρα που έγινε μπίζνα... ακόμη και το κλέψιμο έχει αποκτήσει άλλη υπόσταση.
    Τώρα τα πάντα στρέφονται γύρω από τους χορηγούς και το στοίχημα.
    Ο κάθε ποδοσφαιριστής λειτουργεί ως... ατομικη επιχείρηση και όχι ως ποδοσφαιριστής.
    Τα μουντιάλ και τα ευρωπαικά εχουν καταστραφεί.
    Και μας απέμεινε μια Μπαρτσελόνα να βλέπουμε για να θυμόμαστε πόσο όμορφο είναι το ποδόσφαιρο...
    Αν και πάντα ήμουν με τη Ρεάλ, ομολογώ πως μόνο με τη Μπαρτσελόνα απολαμβάνω πλέον στο έπακρο το άθλημα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή