Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Αγρίμι είναι που κρύβεται σε σώμα λογιστή...

Ο Φερνάντο Πεσσόα (Fernando António Nogueira de Seabra Pessoa) (1888 - 1935) ήταν Πορτογάλος ποιητής και συγγραφέας.

(Στην εικόνα άγαλμα του Φερνάντο Πεσσόα στην Λισαβόνα.)

Μέχρι σήμερα, οι μελετητές του έργου του έχουν ανακαλύψει είκοσι επτά διαφορετικές προσωπικότητες που υπογράφουν γραπτά του Πεσσόα. Ανάμεσα τους ξεχωρίζουν ο αγγλόφωνος Αλεξάντερ Σερτς, από την εποχή της Νοτίου Αφρικής, ο Αλμπέρτο Καέιρο, ένας σοφός που συνθέτει τα ποιήματά του αποτραβηγμένος στην εξοχή, ο Ρικάρντο Ρέις, φιλόλογος, που προσπαθεί να αναμετρηθεί με τους αρχαίους κλασικούς και ο Άλβαρο ντε Κάμπος, μηχανικός, με παιδεία αγγλοσαξονική, που στο έργο του υμνεί την τεχνολογία και την έλευση των μοντέρνων καιρών. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να μπορέσει όλη αυτή η παραγωγή να συγκεντρωθεί και να μελετηθεί ως έργο του Πεσσόα.




Όταν το 1935 πέθανε διαλυμένος από το ποτό σε ηλικία 47 ετών, βρέθηκε στο σπίτι του ένα μπαούλο με 27.453 χειρόγραφα, από τα οποία ένα μεγάλο μέρος μένει ακόμη να μελετηθεί και να εκδοθεί, επιφυλάσσοντας ενδεχομένως και άλλες εκπλήξεις στους επιμελητές. Ο Πεσσόα πέθανε γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους, όμως ο πορτογαλικός λαός άργησε να αναγνωρίσει στα πολλά του πρόσωπα το συγγραφέα που εκφράζει τους πόθους του και τις αγωνίες του και να τον τιμήσει σαν τον εθνικό του ποιητή.


Αλλά ας μιλήσει ο ίδιος ο ποιητής καλύτερα:

Με τον ίδιο τρόπο που πλένουμε το κορμί μας, θα έπρεπε να πλένουμε και το πεπρωμένο μας, να αλλάζουμε ζωή, όπως αλλάζουμε ρούχα – όχι για λόγους επιβίωσης, όπως κάνουμε όταν τρώμε ή κοιμόμαστε, μα με εκείνο το σεβασμό που έχουμε σαν τρίτοι απέναντι στον εαυτό μας.
Αυτό θα μπορούσε να μοιάζει παράδοξο σε όποιον πιστεύει ακόμη, αφελώς, ότι υπάρχουν παράδοξα σε τούτο τον κόσμο.

Είναι η εξομολόγηση μου, κι αν δε λέω τίποτα, είναι που δεν έχω τίποτα να πω. Τι μπορεί δηλαδή να εξομολογηθεί κανείς που να αξίζει τον κόπο ή που να είναι χρήσιμο; Αυτό που μας έχει συμβεί, είτε συνέβη σ' όλον τον κόσμο είτε μόνο σ' εμάς. Στην πρώτη περίπτωση δεν έχουμε τίποτα το καινούριο να πούμε, στη δεύτερη κανείς δεν μπορεί να το καταλάβει΄.

Εγώ, τη μέρα, είμαι ένα τίποτα και τη νύχτα είμαι εγώ
'Η συνείδηση της μη συνείδησης της ζωής είναι ο αρχαιότερος φόρος της διάνοιας'
Ειμαι ένας άνθρωπος ανίκανος για δράση, αμήχανος μπροστά σε κάθε πρωτοβουλία ή κίνηση, αδέξιος στις κουβέντες μου με τους άλλους'
'Η πραγματικότητα με αναστατώνει. Τα λόγια των άλλων με βυθίζουν σ' ένα τεράστιο άγχος'
'Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε.'
'Πίστη δεν αποκτάς με το νου'
'Η ζωή για μένα είναι ένα πανδοχείο όπου πρέπει να σταθώ ότου έρθει η ταχυδρομική άμαξα για την άβυσσο. Δεν ξέρω που θα με πάει γιατί δεν ξέρω τίποτα. Θα μπορούσα να δω αυτό το πανδοχείο σαν μια φυλακή, γιατί είμαι υποχρεωμένος να περιμένω εκεί μέσα' θα μπορούσα και να το θεωρήσω σαν ένα χώρο ευχάριστης κοινωνικής συναναστροφής γιατί εκεί συναντιέμαι με άλλους ανθρώπους'

'Η πρόστυχή μου ύπαρξη υποκρίνεται μπρος στη ζωή'
΄Δεν παραπονιέμαι για τη φρίκη της ζωής. Παραπονιέμαι για τη φρίκη της δικής μου ζωής.΄

Η λαμπρότητα ενός ωραίου ηλιοβασιλέματος, με καταθλίβει μ' όλη του την ομορφιά. Μπροστά σ' ένα τέτοιο θέαμα πάντα λέω : πόσο ευχαριστημένος πρέπει να νιώθει ένας ευτιχισμένος άνθρωπος αντικρίζοντας αυτόν τον ήλιο

'Ότι είναι αγωνία το βλέπω. Κι ότι είναι χαρά δεν το νιώθω'
'Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δε το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια'

'Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας'
'Οι περισσότεροι άνθρωποι υποφέρουν από την ασθένεια του να μην ξέρουν να πουν αυτό που βλέπουν ή αυτό που σκέφτονται'

'Πλήξη είναι, να σε βαραίνει η ανία του κόσμου, η στεναχώρια του να ζεις, η κούραση του να έχεις ζήσει. Η πλήξη είναι, στην ουσία, η σαρκική συνείδηση της εκτεταμένης κενότητας των πραγμάτων. Αυτός όμως που βρίσκεται στο έλεος της πλήξης είναι καταδικασμένος σ ένα κελί δίχως όρια'
Είναι εύκολο να απομακρύνεις τους ανθρώπους. Αρκεί να μην τους πλησιάζεις
'Απαλλαγείτε από το παιδαριώδες σφάλμα της αναζήτησης του νοήματος των πραγμάτων και των λέξεων. Τίποτα δεν έχει νόημα'
'Η ζωή μου φέρνει μια ακαθόριστη ναυτία κι η μετακίνηση μου την επιδεινώνει'
'Η μοναδική τραγωδία είναι η αδυναμία μας να συλλάβουμε τον εαυτό μας στην τραγικότητά του'
I Know not what tomorrow will bring


[...] Τα κείμενα που ανθολογούνται στο ανά χείρας βιβλίο, πεζά αλλά και ποιήματα, ποικίλλουν σε μέγεθος και μορφή και προέρχονται από το Βιβλίο της ανησυχίας του Μπερνάρντο Σοάρες, την Ποίηση του Αλβαρο ντε Κάμπος, τον Φύλακα των κοπαδιών και τα Ασύνδετα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο, το Μήνυμα, τις Μυθοπλασίες του διαλείμματος, την Ώρα του Διαβόλου, τον Φάουστ και τα Γράμματα στην Οφέλια του Φερνάντο Πεσσόα. Είτε πρόκειται για αυτοτελείς ενότητες που διαβάζονται ως μικρές ιστορίες, όπως τα λήμματα ηθική ή ήλιος, είτε για θραύσματα λόγου που συνιστούν προγραμματικές διακηρύξεις, όπως: Η ζωή είναι ο δισταγμός μεταξύ ενός θαυμαστικού και ενός ερωτηματικού. Εν τη αμφιβολία υπάρχει η τελεία, ή όταν ο ποιητής δηλώνει με τρόπο προκλητικό, επιτηδευμένο, μεγαλομανή: Με πονάει το κεφάλι μου και το σύμπαν, η καταγραφή μου είχε ως στόχο την αποτύπωση της σκέψης και της ευαισθησίας ενός από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Αυτό που προέκυψε είναι ένα βασικό γλωσσάρι, ένα εύχρηστο λημματολόγιο, ένα εγχειρίδιο του πεσσοανικού γαλαξία που φιλοδοξεί να δώσει στον αναγνώστη τη σύνοψη ενός στοχασμού και την επιτομή μιας ποιητικής ιδιοσυγκρασίας.
Πιστεύω ότι ο Πεσσόα, που αφενός σχεδίαζε επιμελώς την έκδοση του έργου του και αφετέρου ανέβαλλε διαρκώς τη δημοσίευση του, θα ενέκρινε την έκδοση του ιδιότυπου αυτού λεξικού και οπωσδήποτε θα διασκέδαζε με την ιδέα του.
(από τον πρόλογο της Μαρίας Παπαδήμα)

ΟΙ ΩΡΕΣ
Οι ώρες δεν αντέχουν πια να είναι ώρες
Ω, να μπορούσαμε κάτι άλλο να είμαστε! λένε.
Η δουλειά τους είναι να κάνουν γέρους τα παιδιά,
Τις ελπίδες, τα άνθη,
Χλωμά τα χείλη να βάφουν και γκρίζα τα μαλλιά.
^^^
Μολύνουν, θλίβουν, σκοτώνουν την ομορφιά.
Όταν περνούν, κοιτάζουν πίσω,
Το δρόμο που είχαν ταχτεί να κάνουν,
Κι άλλο δε βλέπουν παρά οδυρμούς.
^^^
Έτσι, ω, να μπορούσαμε κάτι άλλο να είμαστε! λένε.
Γιατί νομίζουν πως ξέρουν
Πως όλα τα πράγματα κι οι σκέψεις που παίρνουν μαζί τους
Ξεθωριάζουν και φεύγουν.
^^^
Δεν ξέρουν, οι τυφλές και μίζερες
Πώς τείχος υψώνουν
Ψεύτικο θησαυρό προστατεύοντας, λάφυρα ενός κλέφτη
Πως όλα μιαν Άλλη Σημασία έχουν
Α, ναι! Ακόμα κι ο Θεός ο ίδιος.
^^^^^^



4  ΩΔΕΣ

Nα θέλεις λίγα: θα τα έχεις όλα.
Tίποτε να μη θέλεις: θα είσαι ελεύθερος.
O ίδιος ο έρωτας που νιώθουν
Για μας, μας απαιτεί, μας καταπιέζει.
Για να είσαι μεγάλος, να είσαι ακέραιος: Tίποτε
Δικό σου να μην υπερβάλλεις ή να μη διαγράφεις.
Nα είσαι όλα σε κάθε πράγμα. Nα βάζεις όσα είσαι
Kαι στο ελάχιστο που κάνεις.
Eτσι σε κάθε λίμνη ολόκληρη η σελήνη
Λάμπει, γιατί ζει ψηλά.
Aναρίθμητοι ζουν μέσα μας,
Aν σκέφτομαι ή αν νιώθω, αγνοώ
Ποιος μέσα μου σκέφτεται ή νιώθει.
Eίμαι μονάχα ο τόπος
Oπου νιώθουν ή σκέφτονται.
Eχω περισσότερες από μια ψυχές.
Yπάρχουν περισσότερα εγώ απ' το ίδιο το εγώ μου.
Yπάρχω ωστόσο
Aδιάφορος για όλους,
Tους κάνω να σιωπούν: εγώ μιλάω.
Oι διασταυρωμένες παρορμήσεις
Oσων νιώθω ή δεν νιώθω
Πολεμούν μες σ' αυτόν που είμαι.
Tις αγνοώ. Tίποτε δεν υπαγορεύουν
Σ' αυτόν που γνωρίζω ότι είμαι: εγώ γράφω.
O θεός Παν δεν πέθανε,
Σε κάθε κάμπο που δείχνει
Στα χαμόγελα του Aπόλλωνα
Tα γυμνά στήθη της Δήμητρας -
Aργά ή γρήγορα θα δείτε
Nα εμφανίζεται εκεί
O θεός Παν, ο αθάνατος.
Oχι δε σκότωσε άλλους θεούς
O θλιμμένος χριστιανός θεός.
O Xριστός είναι ένας ακόμη θεός,
Ίσως ένας που έλειπε.
O Παν συνεχίζει να δίνει
Tους ήχους απ' τον αυλό του
Στ' αυτιά της Δήμητρας
Που καμαρώνει στους κάμπους.
Oι θεοί είναι οι ίδιοι,
Πάντοτε λαμπεροί και γαλήνιοι,
Γεμάτοι από αιωνιότητα
Kαι περιφρόνηση για μας,
Φέρνοντας τη μέρα και την νύχτα
Kαι τις χρυσαφένιες σοδειές
Oχι για να μας δώσουν
Tη μέρα και την νύχτα και το στάρι
Mα για άλλον και θείο
Tυχαίο σκοπό.


Για να είμαι ειλικρινής, δε γνωρίζω και πολλά για τον Πεσσόα, τη ζωή και το έργο του.
Τελευταία έτυχα σε συζήτηση σχετική με αυτόν και ασχολήθηκα ψάχνοντας ποιήματά του και στοιχεία για την ομολογουμένως περίεργη ζωή του.
Η ανάρτηση λειτούργησε περισσότερο σαν αφορμή για να ψάξω εγώ τον Πεσσόα, παρά για να τον γνωρίσω στους υπόλοιπους.

Ας κλείσουμε με ένα τραγούδι γραμμένο πιθανότατα αναφερόμενο στον Πεσσόα.
Τίτλος: «Rua da bella vista» από το δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου «Αγρύπνια» του 2002.
Κατά το:
«Ρούα ντος ντοραδόρες». Ο δρόμος που έμενε και δούλευε (ως λογιστής) ο Πεσσόα.
Τα λόγια γράφτηκαν ξημερώματα της Πέμπτης 20-7-2000, τσιμπολογώντας από το «Βιβλίο της Ανησυχίας» του Fernando Pessoa.
Μάλιστα στο τραγούδι οι μουσικοί του δίσκου αναφέρονται με πορτογαλικά ψευδώνυμα.


                                Μια νύχτα καλοκαιρινή, υγρή στη Λισσαβόνα,
ονειροπόλος ποιητής χαϊδεύει τη σιωπή·
-ο φόρος της διάνοιας πληρώνεται μ' αγρύπνια-
αγρίμι είναι που κρύβεται σε σώμα λογιστή.

Απ' τ' ανοιχτό παράθυρο κοιτά τους άδειους δρόμους.
Τη μέρα είν' ένα τίποτα. Το βράδυ είν' «εγώ»,
που κάθεται καρτερικά στην έρημη αποβάθρα,
να πάρει την κλινάμαξα που πάει στην άβυσσο.

Ανακαλεί τη θλίψη του, την αστραπή της γνώσης,
για κάθε του παρόρμηση που άφησε κρυφή
κι απ' το βιβλίο του Ιώβ χειροκροτά τη φράση:
«Κουράστηκε η ψυχή μου απ' τη ζωή».

Γλυκά θ' ανοίξει η κλειδαριά της πόρτας για το Σύμπαν,
ο υπάλληλος Πεσόα θ' αφήσει τις σκιές
και μένα, που ξαγρύπνησα, με πιάνει η ανησυχία,
αν είναι οι αναμνήσεις μου ψεύτικες ή σωστές.

Πηγές:








Το 1915, η πορτογαλική λογοτεχνία θα σημαδευτεί από την κυκλοφορία του περιοδικού Ορφέας, που θα εισαγάγει τον μοντερνισμό στην πορτογαλική τέχνη (στην έκδοση του οποίου πρωτεργάτης είναι ο Φ. Πεσσόα) και κατά δεύτερο λόγο, από μια εντυπωσιακή ποιητική συλλογή του Αλβάρο Ντε Κάμπος. Είναι η στιγμή που γεννιέται ένα από τα καλύτερα "Εγώ" του Φ. Πεσσόα, ένας από τους καλύτερους ετερώνυμούς του, όπως ο ίδιος τους ονομάζει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου